φαντάσματα απόψε στο Drugstore*

Λ.Γ.* Το βιβλίο του Λευτέρη Γιαννακουδάκη, Τα Φαντάσματα του Δεκέμβρη, παρουσιάζεται απόψε, στις 9 μ.μ, στο Drugstore (Αραχώβης 10) από τον Νίκο Παναγιωτόπουλο και me, myself and I. Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζει ο συγγραφέας Νίκος Χρυσός. Ακολουθεί live από τους False Alarm.

Posted in vain | Tagged , | Σχολιάστε

Cotton Candy on a Rainy Day

«Don’t look now

I’m fading away
Into the gray of my mornings
Or the blues of every night

Is it that my nails
keep breaking
Or maybe the corn
on my second little piggy
Things keep popping out
on my face
or
of my life

It seems no matter how
I try I become more difficult
to hold
I am not an easy woman
to want

They have asked
the psychiatrists     psychologists     politicians and
social workers
What this decade will be
known for
There is no doubt          it is
loneliness

If loneliness were a grape
the wine would be vintage
If it were a wood
the furniture would be mahogany
But since it is life          it is
Cotton Candy
on a rainy day
The sweet soft essence
of possibility
Never quite maturing

I have prided myself
On being in that great tradition
albeit circus
That the show must go on
Though in my community the vernacular is
One Monkey Don’t Stop the Show

We all line up
at some midway point
To thread our way through
the boredom and futility
Looking for the blue ribbon and gold medal

Mostly these are seen as food labels

We are consumed by people who sing
the same old song          STAY:
                                                     as sweet as you are
in my corner
Or perhaps                                    just a little bit longer
But whatever you do                     don’t change baby baby don’t change
Something needs to change

Everything     some say     will change
I need a change
of pace     face     attitude and life
Though I long for my loneliness
I know I need something
Or someone.
Or…..

I strangle my words as easily as I do my tears
I stifle my screams as frequently as I flash my smile
it means nothing
I am cotton candy on a rainy day
the unrealized dream of an idea unborn

I share with the painters the desire
To put a three-dimensional picture
On a one-dimensional surface»

(by Nikki Giovanni, Cotton Candy On a Rainy Day, 2011)

Posted in vain | Tagged , | Σχολιάστε

ο κόσμος τελειώνει απόψε στον Ιανό*

* Απόψε στις 19.00, στον Ιανό, παρουσιάζεται το Πώς Τελειώνει ο Κόσμος της Μαρίας Ξυλούρη. Μπι δέαρ.

 

Posted in vain | Tagged , , | Σχολιάστε

«τα πουλιά με είχαν ξεχάσει στην παιδική ηλικία»*

Σπίτια πάνω σε ράγιες

Παρ’ όλο το σεβασμό μου στις ανακρίβειες που συχνά μου έσωσαν τη ζωή, πρέπει να παραδεχτώ: υπήρξα ένας ιδανικός ασθενής, με τις παγίδες μου ωραία στημένες κάτω απ’ την καρέκλα, μόνο μια λεπτομέρεια με ενοχλούσε: το καπέλο μου δε φαινόταν μέσα στον καθρέφτη, αφού τα πουλιά με είχαν ξεχάσει στην παιδική ηλικία κι ύστερα όταν βραδιάζει στο σταθμό είναι πιο όμορφα απ’ ό,τι στην κάμαρα, διότι καταρχήν είσαι άοπλος, ενώ περπατώντας πάνω στις ράγιες συνεχίζεις ένα παλιό σου όνειρο ή θυμάσαι τα σπίτια που έζησες και που οι γυναίκες άφηναν το ράψιμο μονάχα για να κλάψουν. 

Ο μουσικός

……Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή -με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατά του ένα παλιό, φανταστικό βιολί, «το ακούς;» μου λέει, «ναι, του λέω, πάντα το άκουγα»,
……ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.

Επιστροφή απ’ το φαρμακείο

Συνέβη χωρίς ποτέ να καταλάβω πώς -η μητέρα είχε πονοκέφαλο,

……θυμάμαι, και μ’ έστειλαν στο φαρμακείο,

στο γυρισμό, είναι η αλήθεια, χάζεψα λίγο, κορόιδεψα έναν γέρο,

……τρόμαξα με μια πέτρα δύο πουλιά

κι ώσπου να στρίψω πάλι το δρόμο

ούτε σπίτι, ούτε νεότητα πια.

*Ένα ποίημα του Λειβαδίτη την ημέρα τον ψυχίατρο κάνει πέρα. Τέτοιες μέρες που ζούμε θέλουμε τουλάχιστον τρία για να αντέξουμε.
Υ.Γ. Σήμερα το wordpress έχει πεισμώσει και δεν συνεργάζεται οπότε μη δίνετε σημασία σε γραμματοσειρές, γραμμές, μεγέθη.

Posted in vain | Tagged , | Σχολιάστε

μια γουλιά γκαζόζα*

«Άσ’ τες αυτές, τις έχω για τους ξένους», λέει η γιαγιά και κοπανάει το ντουλάπι της κουζίνας στο χέρι μου. Μένει μαγκωμένο στα μισά της προσπάθειας, τα δάχτυλα παίζουν στο κενό, με φόντο λουλουδάτα αυτοκόλλητα που ντύνουν το φτηνό ξύλο. Λίγα εκατοστά πιο κει δυο μπουκάλια γκαζόζα κρύβονται στο σκοτάδι. Η γιαγιά τα φυλάει για τους ξένους, γιατί τι θα πουν οι ξένοι αν έρθουν και δεν τους τρατάρει χλιαρή γκαζόζα;

(*Το διήγημά μου, με τον τίτλο «Γκαζόζα», συνεχίζεται στο Unfollow που κυκλοφορεί).

Posted in vanity | Tagged , | Σχολιάστε

ο κύριος Schott και ο κανιβαλισμός μεταχειρισμένων αυτοκινήτων

Χθες, ψάχνοντας τους ΚΑΔ μου (όπου ΚΑΔ βλέπε «κωδικοί αριθμοί δραστηριότητας») για την εφορία, βρήκα ανάμεσα σε καλλιέργειες και κειμενογράφους «κανιβαλισμό μεταχειρισμένων αυτοκινήτων». Εντυπωσιασμένη, το σημείωσα στο τεφτέρι μου σαν καλό geeek, μετά το γκούγκλαρα και βρήκα «διάλυση (κανιβαλισμός) αυτοκινήτου». Πάντα κρατάω σημειώσεις από τέτοια παράξενα -αν εσείς είστε εξοικειωμένοι με τον όρο πάω πάσο, εμένα μου φάνηκε παράξενο- γιατί μπορεί να φανούν αναπάντεχα χρήσιμα για κάτι που θα γράψω. Αυτό το «παράξενο» μου θύμισε ένα βιβλιαράκι που έχω και φυλάω ως κόρη οφθαλμού τόσο γιατί είναι δώρο όσο γιατί είναι τρομερά διασκεδαστικό και χρήσιμο. Τα Ανάλεκτα του Κυρίου Schott (εκδ. Κασταλία, μτφρ. Κ. Σχινά, πρωτότυπος τίτλος Schott’s Original Miscellany).

Μου το έδωσε το 2007 ο πατήρ μου γιατί επιμένει (ορθώς) πως οι μικροπληροφορίες χρειάζονται σε έναν συγγραφέα (σημείωση: μόλις είχα τελειώσει το πρώτο βιβλίο μου, μπατ στιλ). Λοιπόν, το βιβλίο αυτό αυτοπεριγράφεται ως «Μια εγκυκλοπαίδεια; Ένα λεξικό; Ένα αλμανάκ; Μια ανθολογία; Ένα θησαυροφυλάκιο; Μια συλλογή κοινοτοπιών; Ένα ποτ-πουρί; (…) Είναι ίσως δυνατό να ζήσει κανείς χωρίς τα Ανάλεκτα του κυρίου Schott: όμως ένα τέτοιο εγχείρημα φαίνεται παράδοξο και παράτολμο». Περιέχει διάφορα εκπληκτικά χρησιμοάχρηστα, από υπολογισμό μεγέθους σουτιέν και φιλοτελικό λεξικό μέχρι τα ονόματα των ταράνδων του Αγιοβασίλη, φιλοσοφικούς αφορισμούς, την αργκό του στρατού και λεξιδάνεια. Αγαπημένο μου παράδειγμα από τα λεξιδάνεια: «Δεν τρώω αβοκάντο με σάλτσα τσίλι, ή ντομάτα με σοκολάτα. Ταΐστε το κογιότ μ’αυτές τις αηδίες! » Δεν ξέρω αν κυκλοφορεί ακόμα αλλά όπου το πετύχετε πάρτε το.

Posted in vain | Tagged , , | 1 σχόλιο

Τζόνι & Λούλου @ World Literature Today

*Ακολουθεί κριτική για το Τζόνι & Λούλου όπως δημοσιεύτηκε στο τεύχος Νοεμβρίου 2012 του World Literature Today.* (Το λινκ της κριτικής εδώ)

Vasia Tzanakari’s first novel, Tzoni kai Loulou(Johnny and Loulou), is a love story set in contemporary Athens during a time of crisis, unemployment, and despair. It begins as an urban story depicting the dark reality of contemporary Athens and continues as a road novel, following the protagonists’ long drive from Athens to Istanbul.

The author, born in 1980, belongs to the generation hit the hardest by the current economic crisis in Greece. When Tzanakari’s protagonist, Loulou, is abruptly fired from her job as a photographer for a lifestyle magazine, the world around her collapses. Her husband, Johnny, an engineer by training, is chronically unemployed, occasionally playing the piano in a bar. After three months of looking for a job, Loulou realizes that they are both not just unemployed but unemployable, part of a growing tribe of ex-middle-class creative people in their thirties, now wandering in an empty city with their dreams suspended. Johnny’s aunt proposes an escape out of scorching summer Athens: a friend of hers invites Loulou to photograph her new boutique hotel in Istanbul. So the journey begins in Johnny’s ancient blue Škoda; a journey in space but also in time, as Johnny and Loulou revisit their past, their childhood summers, their loneliness, and the sorrows of growing up. Their love story is played and replayed in their memory like the music tapes in the car’s cassette player, a soundtrack that combines Led Zeppelin, Jeff Buckley, and the Walkabouts with Greek popular music. Past and present come together and apart through Tzanakari’s skillful narrative technique, which also merges humor with emotion, songs with images: the ugly rest stops of the national highway, the promenade of a provincial city, the smells of insect repellent and zucchini fritters, the damp yellowish linen of an old summerhouse.

Tzanakari succeeds in capturing the angst of contemporary Greeks in their thirties without becoming melodramatic. The ambiguous ending of the novel does not answer whether love always withstands poverty, insecurity, and fear. Yet as a true follower of the literary tradition of romantic love that extends beyond reversals, limits, and even death, the author suggests that love may be our only escape and salvation.

Efterpi Mitsi
National and Kapodistrian University of Athens

Posted in vanity | Tagged , | Σχολιάστε