Ο συγγραφέας του Δίκιου για το Τζόνι & Λούλου

Ο συγγραφέας του Δίκιου, Νίκος Αραπάκης, (βλέπε «Το Δίκιο» (εκδ. Λιβάνης)) έγραψε ένα φεϊσμπουκικό νόουτ σχετικά με το Τζόνι & Λούλου που πολύ με χαροποίησε. Το παραθέτω αυτούσιο.

Έχω καιρό να γράψω για κάποιο βιβλίο (τον «κακοήθη» λόγο τον έχω εξηγήσει αρκετές φορές). Σήμερα όμως αποφάσισα να σπάσω το εμπάργκο και να πω λίγα πράγματα γι’ αυτό το ωραίο πραγματικά μυθιστόρημα.

Το συγκεκριμένο βιβλίο το είχα στα χέρια μου αρκετούς μήνες. Μου το είχε δώσει η ίδια η συγγραφέας του –την οποία, μολονότι είμαστε διαδικτυακοί φίλοι, δεν τη γνώριζα προσωπικά–, όταν συναντηθήκαμε τυχαία σε μια εκδήλωση για τα βιβλία.   Λίγο όμως γιατί τον τελευταίο καιρό μας έφαγε η κρίση και τα αναγνώσματά μου ήταν, κυρίως, πολιτικοκοινωνικού περιεχομένου, λίγο ο τίτλος του, που –λανθασμένα, όπως αποδείχτηκε– μου είχε δώσει την εντύπωση ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα «love story», το είχα αφήσει στην άκρη. Μέχρι προχτές, που, σκαλίζοντας τη βιβλιοθήκη μου, έπεσε τυχαία στην αντίληψή μου κι αποφάσισα να το διαβάσω. Και, ω του θαύματος, πολύ σύντομα κατάλαβα ότι το μυθιστόρημα αυτό δεν είναι ένα ελαφρύ ερωτικό μυθιστόρημα αλλά ακριβώς το αντίθετο. Αλλά ας τα πάρουμε καλύτερα από την αρχή.

Δυο νέοι άνθρωποι, ο Τζόνυ και η Λούλου, που έχουν παντρευτεί πρόσφατα, προσπαθούν να επιβιώσουν στην Αθήνα της κρίσης. Και οι δυο τους είναι άνεργοι. Ο μεν Τζόνυ, που είναι απόφοιτος του πολυτεχνείου και πιανίστας, παίζει μια φορά την εβδομάδα σε κάποιο μπαρ, εισπράττοντας ως αμοιβή ένα στοιχειώδες χαρτζιλίκι, ενώ η Λούλου, που είναι φωτογράφος και πρόσφατα απολυμένη, ψάχνει συνεχώς για δουλειά, χωρίς όμως να καταφέρνει το παραμικρό.

Όμως, παρά το άγχος της επιβίωσης και την ανασφάλεια που τους τυλίγει ολοένα και περισσότερο, αγαπιούνται. Με πάθος. Ένα αγαπημένο, ιδανικό ζευγάρι που, παρά τις αναποδιές της ζωής, παλεύει με νύχια και με δόντια τόσο για να επιβιώσει όσο και για να μην φθαρεί η σχέση τους από την κοινωνική καταστροφή που συντελείται γύρω τους.

Κάποια στιγμή, και ενώ στην Αθήνα δεν υπάρχει η παραμικρή δυνατότητα επαγγελματικής αποκατάστασης, η Λούλου δέχεται μια πρόταση για δουλειά στην Κωνσταντινούπολη. Οι δυο νέοι, ελλείψει άλλων επιλογών, δέχονται και αποφασίζουν να ταξιδέψουν μέχρι εκεί με το αυτοκίνητό τους. Κάπως έτσι αρχίζει ένα ταξίδι στους δρόμους και… στο παρελθόν τους.

Η συγγραφέας, τόσο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, αλλά και νωρίτερα, κάνοντας, –με έξυπνο ομολογουμένως τρόπο και χωρίς να σπάει το ρυθμό–, συνεχείς, μικρές καταδύσεις στο οικογενειακό παρελθόν τους, εξηγεί πολλές πτυχές του χαρακτήρα τους αλλά και τις βασικότερες επιλογές της ζωής τους –προσωπικές ή επαγγελματικές. Με αυτόν τον τρόπο, η συγγραφέας, μας βοηθάει να γνωρίσουμε καλύτερα τόσο τους δυο βασικούς ήρωες όσο και τον οικογενειακό τους περίγυρο. Μαθαίνουμε, λόγου χάριν, για την τραυματική σχέση που είχαν τόσο ο Τζόνυ όσο και η Λούλου με τους νεκρούς, πλέον, πατέρες τους, για τη δύσκολη συμβίωση των εύπορων γονιών της Λούλου, καθώς και αρκετές χρήσιμες λεπτομέρειες για πολλά πρόσωπα του οικογενειακού ή φιλικού τους περιβάλλοντος.

Ήταν αρκετά τα πράγματα που μου άρεσαν σε αυτό το βιβλίο: οι εξαιρετικές περιγραφές των τοπίων, η ιδεολογική προσέγγιση στο ζήτημα κρίση, οι πολλές και ψαγμένες μουσικές αναφορές, οι –μολονότι αδρές– πολύ ζωντανές περιγραφές των ανθρώπων και των χαρακτήρων τους, η γλυκιά μελαγχολία που διαπνέει ολόκληρο το μυθιστόρημα και, πάνω απ’ όλα, το εξαιρετικά εμπνευσμένο τέλος που, ενώ νομίζεις ότι όλο το μυθιστόρημα κινείται με την έντασή του κολλημένη σε μια ευθεία γραμμή, ξαφνικά σε σηκώνει μέχρι τον ουρανό. Ή σε κατεβάζει μέχρι τα Τάρταρα. Ο καθένας διαλέγει ανάλογα με την ψυχοσύνθεσή του.

Ωραίο βιβλίο. Καμία σχέση με τις γλυκανάλατες αηδίες που έχουν γεμίσει τα ράφια των βιβλιοπωλείων. Γραφή άκρως λογοτεχνική (ένα μικρό δείγμα: «Βρήκε έναν κτηνίατρο κάπου στη Μαλακάσα. Ο σκύλος τη γλίτωσε μόνο με μερικά ράμματα στο πλευρό. Η Λούλου χρειαζόταν οπωσδήποτε περισσότερα. Πώς διάολο κάνεις ράμματα στην ψυχή σου;»), καταγραφή με τρόπο ρεαλιστικό και χωρίς περιττούς συναισθηματισμούς του αδιεξόδου που βιώνουν σήμερα τα νέα παιδιά, που βλέπουν τις ζωές τους να γκρεμίζονται χωρίς να έχουν προλάβει πρώτα να χτιστούν,  ενώ και ο έρωτας, που κατοικοεδρεύει στις περισσότερες σελίδες του βιβλίου, δίνεται με έναν τρόπο που δένει απόλυτα με το υπόλοιπο σύνολο και δεν έχει καμία σχέση με ροζ, γλυκερές καταστάσεις.

Να το διαβάσετε. Είναι ένα, κατά την εκτίμησή μου, βιβλίο που θα αρέσει σχεδόν σε όλους (το «σχεδόν» δεν το έβαλα τυχαία. Αν είσαι νεοφιλελεύθερος και πιστεύεις ότι, σήμερα, όλα είναι όμορφα και αγγελικά πλασμένα, να μην το διαβάσεις. Θα σου χαλάσει τη διάθεση και είναι κρίμα).

* Οι φωτογραφίες -πλην των εξωφύλλων των βιβλίων- είναι φωτογραφίες που μάζευα όσο έγραφα το βιβλίο.

Advertisements
This entry was posted in vanity and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s