Χριστουγεννιάτικη ιστορία μιας πόλης

Ανήμερα των Χριστουγέννων του 2009 είχαμε βρεθεί στο Λονδίνο. Ανήμερα των Χριστουγέννων δεν κυκλοφορούσε άνθρωπος. Τα πάντα κλειστά και είχε και θανατερό κρύο. Ήταν ο πιο κρύος χειμώνας των τελευταίων ετών για τη Βρετανία (για την Ελλάδα ήταν ο πιο ζεστός, θυμηθείτε Χριστούγεννα 2009 που τριγυρνούσαμε με πουκαμισάκι-ζακετάκι). Βολτάραμε στα φαρδιά πεζοδρόμιά τους, ρίχναμε κλεφτές ματιές στα υπόγειά στο Bloomsbury (όπου υπόγεια βλέπε αριστουργηματικά σπίτια που απλώς (;) βρίσκονται μισό ή ένα επίπεδο κάτω από τη γη), τριγυρνούσαμε εδώ κι εκεί, σε κάποια φάση ακολουθήσαμε τους μοναδικούς ανθρώπους που πετύχαμε και βρεθήκαμε μπροστά σε ένα κινέζικο. Μπήκαμε κι εμείς, φάγαμε μια ζεστή σουπίτσα –λίγο νερουλή– και συνεχίσαμε τη βόλτα.


Το μόνο μέρος, σύμφωνα με την έρευνά μου, που ήταν ανοιχτό εκείνη τη μέρα ήταν το μουσείο Τσαρλς Ντίκενς, σπίτι του Ντίκενς για δύο χρόνια, ξέρετε από εκείνα τα σπίτια του Λονδίνου που έχουν τη στρόγγυλη ταμπελίτσα «Εδώ έζησε και έγραψε ο Τάδε από τότε μέχρι τότε». Στην είσοδο στέκονταν κάτι θείτσες με βικτοριανά ρούχα. Ρωτήσαμε κι εμείς πόσο πάει η είσοδος και ήταν 15 λίρες (ή κάπου τόσο) το άτομο. Περιλάμβανε, λέει, ένα ποτήρι κρασί και κρίστμας πάι (όπου φαντάστηκα καμιά πίτα με εντόσθια και αρακά) και τέλος πάντων δεν μπήκαμε γιατί μου φάνηκε λίγο μίζερο το πακέτο-προσφορά και λίγο ακριβό και γιατί «μας κοροϊδεύουν, έζησε μόνο δύο χρόνια, και ωραίο είναι και απ’ έξω και αφού κάθε μέρα η είσοδος είναι 7 λίρες γιατί να πληρώσουμε 15 μόνο και μόνο επειδή είναι Χριστούγεννα;» Γυρίσαμε λοιπόν πίσω και είδαμε άπειρο Top Gear πίνοντας μηλίτη από το μπουκάλι και τρώγοντας πατατάκια και γενικά το απόγευμα ήταν ήρεμο και νυστάλεο (φροντίστε να μην βρεθείτε ποτέ ανήμερα των Χριστουγέννων στο Λονδίνο, ποτέ όμως).

Έλα, όμως, που τώρα που το σκέφτομαι με τρώει το σπίτι του Ντίκενς. Έχω πάει στο σπίτι του Β. Ουγκώ στο Παρίσι, έχω πάει στου Ίβο Άντρις στο Βελιγράδι (για να μη μιλήσω για τις μόνιμες κατοικίες που έχω επισκεφτεί στο Παρίσι, δεν είχα αφήσει νεκροταφείο για νεκροταφείο) και μου τη δίνει τελικά που δεν πήγα και στο Τσαρλς Ντίκενς. Έστω και με 15 λίρες, έστω και με πίτα με εντόσθια, έστω και με κιτς βικτοριανές θείτσες. Γιατί αγαπώ αγαπώ αγαπώ τον Ντίκενς. Τον αγαπώ γιατί  οι ήρωες του είναι από εκείνους που δεν μπορείς να φανταστείς ότι δεν υπήρξαν ποτέ (ρεαλισμός λέγεται, χαζή).
Για κάποιο ανεξήγητο λόγo η σημερινή επέτειος των 200 ετών από τη γέννησή του μου φέρνει θλίψη. Ίσως γιατί πάντα έχω στο μυαλό μου έναν στίχο που συμπυκνώνει την απόλυτη ματαιότητα –από το Cemetry Gates: «So se go inside and we gravely read the stones, all those peoples all those lives were are they now? With the loves and hates and passions just like mine, they were born and then they lived and then they died. Seems so unfair, I want to cry«. Ίσως πάλι γιατί έχω συνδέσει τον Ντίκενς με την εποχή που τον διάβαζα, όταν ήμουν πιτσιρίκι, τότε που δεν φανταζόμουν ότι η δική μου εποχή θα κατέληγε να μου θυμίζει ώρες-ώρες τη δική του.

Advertisements
This entry was posted in vain and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s