Συμβουλές και Τζιριτζάντζουλες για το «Τζόνι & Λούλου» στο Blue Room*

Είναι δύσκολο ξέρετε να παρουσιάσεις ένα βιβλίο που δεν βρίσκεται στην έναρξη του ταξιδιού του, αλλά έχει ήδη κάνει αισθητή την παρουσία του. Για να χρησιμοποιήσω μια παρομοίωση από το δικό μας το σινάφι –καθώς είναι γνώριμο και στη συγγραφέα– μοιάζει σαν εκείνη την κριτική που, όσο εσύ τη γράφεις για να πετύχεις το απίθανο κείμενο, την έχουν ήδη βγάλει όλοι οι συνάδελφοί σου των υπόλοιπων μέσων. Για να έχει νόημα μετά και η δική σου, πρέπει λοιπόν να βρεις εκείνη την οπτική γωνία που έχει μείνει ακάλυπτη.

Όπως γνωρίζετε, ήδη έχουν γίνει κι άλλες εκδηλώσεις για το Τζόνι & Λούλου (όχι μόνο στην Αθήνα), η Βάσια το έχει πάει σε ραδιόφωνο και τηλεόραση κι έχουν επίσης γραφτεί και διάφορες κριτικές. Η αρχική μας ιδέα λοιπόν με τον Στυλιανό Τζιρίτα ήταν να σας παρουσιάσουμε ταινιάκια τα οποία θα ανακαλούσαν τη βάση που έχει το Τζόνι & Λούλου στη μνήμη, μια μνήμη που πάει πίσω στον χρόνο, σε χρόνια πριν τη γέννηση της συγγραφέως. Θα ήταν και επίκαιρο, γιατί ένα από τα σοβαρά προβλήματα αυτού του τόπου είναι με τη μνήμη του. Δεν στάθηκε δυνατόν, είχαμε κάτι απροσδόκητα τεχνικά, ζητήματα, αλλά υποθέτω ότι ο Στέλιος μπορεί να θέλει να σας μιλήσει τελικά και γι’ αυτό –όπως και στην εκπομπή μας, έχουμε έρθει εδώ δίχως να ξέρουμε ο ένας τι θα κάνει ο άλλος. Μάλλον μας αρέσει να υπάρχει πάντα αυτή η ίντριγκα.

Σε αντίθεση με την εκπομπή μας, ωστόσο, εγώ ήρθα εδώ με ένα κομμάτι χαρτί μπροστά μου, πράγμα που ποτέ δεν κάνω στις δικές μου παρουσιάσεις. Επειδή όμως θέλω να σταθώ σε συγκεκριμένα κομμάτια του βιβλίου, δεν ήταν τελικά δυνατόν να το αποφύγω. Η μνήμη είναι αδύναμο πράγμα, όπως λέει κάπου στο βιβλίο, αιτιολογώντας –πολύ εύστοχα νομίζω– την απόφαση της πρωταγωνίστριας να γίνει φωτογράφος. Φτιάχνοντας μάλιστα σημειώσεις συνειδητοποίησα ότι δεν διαβάζω ούτε καν εγώ τον γραφικό μου χαρακτήρα, οπότε ήρθε το microsoft word να με σώσει, όπως φαντάζομαι έσωσε και κάθε άνθρωπο που γράφει. Αλήθεια, Βάσια, πόσο καιρό θα έπαιρνε το Τζόνι & Λούλου να βγει, αν το έγραφες παραδοσιακά σε γραφομηχανή;  

Τι θα ήθελα όμως να σας πω εγώ για τον Τζόνι και τη Λούλου. Θα ξεκινήσω λέγοντάς σας τι δεν θέλω να σας πω. Δεν θέλω να εστιάσω ούτε στον road movie χαρακτήρα του βιβλίου, ούτε στο love story που διαβάζετε στον τίτλο. Γιατί η Βάσια, ας μην ξεχνάμε, έγραψε ένα βιβλίο, δεν γύρισε μια ταινία –και δεν νομίζω επίσης ότι έγραψε ένα κλασικό love story. Και τα δύο ενυπάρχουν, ασφαλώς, στην ιστορία της. Και, όντας συγγραφέας και ο ίδιος, κατανοώ την απόφαση του εκδοτικού οίκου να λανσάρει το βιβλίο ως «love story», η εμπειρία μου έχει δείξει ότι συνήθως οι εκδότες ξέρουν πολύ καλύτερα από τους συγγραφείς πώς να λανσάρουν τα έργα τους στην αγορά, ακόμα και αν το μότο δεν είναι ακριβές ως προς την περιγραφή. 

Θέλω λοιπόν να εστιάσουμε στη Βάσια ως συγγραφέα. Και να δούμε τα πράγματα έξω από το γεγονός ότι τη Βάσια μπορεί να την ξέρουμε, να τη συμπαθούμε, να έχουμε μια άλφα ή βήτα σχέση μαζί της. Τι υπάρχει εδώ που να την πιστοποιεί ως συγγραφέα σε κάποιον που δεν την ξέρει προσωπικά;

Σε τρία πράγματα θέλω να σταθώ. Πρώτον, στη συνέπεια των σελίδων της. Η αφήγηση πάει μπρος-πίσω στον χρόνο, μπαίνουν σφήνα παράλληλες ιστορίες, όμως όπου και να σταθείτε, όπου και να γυρίσετε, δεν θα την πιάσετε να έχει κενά. Όλα τακτοποιούνται, όλα τα κομμάτια του παζλ μπαίνουν στη θέση τους και μάλιστα αβίαστα, μέσα στη ροή –κύριο παράδειγμα, τα ονόματα των πρωταγωνιστών. Που μπορεί να ξενίσουν αρχικά και να σκεφτείς, γιατί ρε παιδί μου είναι Τζόνι και όχι Γιάννης, γιατί Λούλου και όχι Άντζελα; Και για τα δύο η Βάσια βρίσκει λοιπόν μια πειστικότατη βάση. Μπαίνει στον κόπο να το αιτιολογήσει, δεν το αφήνει μετέωρο, στην προσφιλή νεοελληνική συνήθεια του «γιατί έτσι μωρέ».

Το δεύτερο είναι το καλό ξεκίνημα. Μετράει πολύ να έχεις γερή αρχή σε ένα μυθιστόρημα, αν κερδίσεις την πρώτη επαφή, ο αναγνώστης θα σε διαβάσει μέχρι το τέλος, έστω και διαγώνια. Ο τρόπος που δίνει την απόλυση της Λούλου είναι λοιπόν ευφάνταστος. Μια τυπική σκηνή απόλυσης, όπου σου τηλεφωνούν από τη δουλειά ανακοινώνοντάς σου τα λυπητερά και λέγοντάς σου τα τυπικά περί αποζημίωσης, πνίγεται εδώ μέσα στη φύση. Παρατηρήστε το κεφάλαιο έξω από τη γραμμή της ιστορίας, πώς ξεκινά με παπαρούνες, περνάει από το τρίπτυχο φρεσκάδα/πεύκο/τσίκνα, φτάνει στη λεμονιά της Παναγιώτας και στη μεταφορική της κατάληξη ως μαραμένη γαρδένια, παρεμβάλλει μια συναφή μουσική επιλογή (Διάφανα Κρίνα στο ράδιο) και ολοκληρώνει, στο δεύτερο πια κεφάλαιο, παρεμβάλλοντας το Αγριολούλουδο του Καζαντζίδη, με την ίδια πια τη Λούλου να έχει γίνει μαραμένη παπαρούνα, μετά το τέλος της διαδικασίας της απόλυσής της.

Το τρίτο και το κυριότερο, είναι το ταλέντο της Βάσιας στα κάδρα. Αυτό που θεωρώ ως αιχμή του δόρατος στο γράψιμό της. Αν έχετε δει ποτέ ταινία του Σέρτζιο Λεόνε, θα καταλάβετε καλύτερα τι θέλω να πω με τη λέξη κάδρα. Πώς ο Λεόνε σε μια τυπική γουέστερν σκηνή εστιάζει ξαφνικά, κοφτά και αποφασιστικά για κάποια δευτερόλεπτα στο βλέμμα π.χ. του Κλιντ Ίστγουντ ή στο χέρι του πάνω στο πιστόλι; Έτσι και η Βάσια ζουμάρει εκεί που δεν το περιμένεις, φτιάχνοντας μερικές μικρές μα πολύ ζωντανές εικόνες. Σελίδα 22, ο Τζόνι βηματίζει πάνω-κάτω στα υγρά πλακάκια της κουζίνας χωρίς να τον νοιάζει που μούσκευαν οι αθλητικές του κάλτσες. Σελίδα 54, μια καλοκαιρινή βραδιά που μυρίζει φιδάκι για τα κουνούπια και πατάτες τηγανιτές –αισθάνθηκα να τα μυρίζω κι εγώ, παρότι σιχαίνομαι να τρώω τις πατάτες με ντομάτα, όπως οι ήρωες της σελίδας. Σελίδα 102, τα πλαστικά πράσινα στρατιωτάκια πρώτα σε μια λίστα ελκυστικών ψευτοπραγμάτων που πάντα γυαλίζουν στα παιδιά στα πανηγύρια των εκκλησιών. Σελίδα 116, παραστατική εικόνα της βραδινής οδήγησης. Σελίδα 161, ο Τζόνι περνάει τη χαμένη βέρα στο δάχτυλό του και νιώθει λες και βρίσκεται στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Σελίδα 203, ένας κολοκυθοκεφτές που κρύβει μέσα του όλη την ουσία του καλοκαιριού: χορταρικά, λάδι, αλάτι.

Υπάρχουν διάφορα τέτοια, μια βασική επιλογή ήταν αυτή, για να μη μακρηγορούμε. Σε αυτά πάντως βρίσκω προσωπικά όχι το τι είναι η Βάσια Τζανακάρη στο 2011, αλλά το τι μπορεί να γίνει. Τα υπόλοιπα τα ξέρει καλύτερα από μένα, θέλει πολλή δουλειά, θέλει εξάσκηση του να μπαίνεις στη θέση του άλλου για να τον φτιάξεις μετά ως ήρωα, θέλει συνεχές διάβασμα, όλα στο χέρι της είναι. Εγώ μόνο την καλή τύχη θα της ευχηθώ, που δεν είναι στο χέρι κανενός, και μακάρι να ξαναμαζευτούμε και στο μέλλον με αφορμή ένα άλλο της βιβλίο. 

* Το κείμενο και οι συμβουλές όπως πάντα είναι του κυρίου Χάρη Συμβουλίδη, συγγραφέα – δημοσιογράφου. Γράφτηκε για το «Τζόνι & Λούλου» και διαβάστηκε από τον ίδιο στην παρουσίαση του βιβλίου στο δισκοπωλείο Sonic Boom, στις 16 Δεκεμβρίου του 2011. Η παιδική φωτό μέσα στο κουτί, στην προτελευταία φωτογραφία, απέκτησε άλλο νόημα κατά τη διάρκεια της παρουσίασης χάρη στον εμπνευσμένο κύριο Στυλιανό Τζιρίτα και τις τζιριτζάντζουλές του.

Advertisements
This entry was posted in vanity and tagged , . Bookmark the permalink.

Μία απάντηση στο Συμβουλές και Τζιριτζάντζουλες για το «Τζόνι & Λούλου» στο Blue Room*

  1. Παράθεμα: The Blue Room | Against The Grain

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s