(χωρίς τίτλο, χωρίς οίκτο)

Μπαίνω φουριόζα στο τρόλεϊ που είναι τιγκαρισμένο και αγκαλιάζω το ακυρωτικό μηχάνημα προσπαθώντας να μην ακουμπάω τους γύρω γέρους —γύρω γέροι, μόνο γέροι. Στην επόμενη στάση ανεβαίνει μια νεαρή αλλοδαπή μάνα με καροτσάκι —στο καροτσάκι ένα μωρό κοκκινομάγουλο, βγαλμένο από πίνακα του Josef Lada. Δεν μπορούσε να λείπει ο γκρινιάρης γέρος «πού πάτε με τα καρότσια;» λέει κι εγώ αναρωιτέμαι «εσείς πού πάτε με τα μπαστούνια;» Άλλη μία στάση και ανεβαίνει μια θεια. Όχι θεία, θεια, όπως λέμε θειάφι. Με διπλοσάγονο και δύο βαθιές κάθετες ρυτίδες στο μέτωπο ανάμεσα στα φρύδια της, μάλλον από την πολλή τσαντίλα κι όχι από την πολλή σκέψη. Βλέπει το καρότσι και φορτώνει. «Απαγορεύονται τα καρότσια στο τρόλεϊ» λέει στην τρομοκρατημένη αλλοδαπή. «Δεν απαγορεύονται» της λέω εγώ που κάτι έχω ακούσει ότι τα καρότσια πρέπει να είναι μαζεμένα αλλά θέλω να την ψαρώσω. Κι έτσι αρχίζει η κάτωθι στιχομυθία:

«Είναι ανάγκη να πάρουν το τρόλει;»
«Δεν έχουν όλοι χρήματα για ταξί και αυτοκίνητο».
«Και γιατί να ζοριστώ εγώ; Για να πάει σουλάτσα το μωρό;»
«Να μην πάει, δηλαδή, βόλτα το μωρό;»
«Να πάει στα πάρκα».
«Έχετε δει πολλά πάρκα στην Κυψέλη;»
«Να, εδώ», λέει καθώς φτάνουμε στο Πεδιό του Άρεως.

Η διαδρομή Πλατεία Κυψέλης – Πεδίο του Άρεως με καρότσι μου φαίνεται γολγοθάς. «Ποιος έχασε την ευαισθησία για να τη βρουν οι άνθρωποι;» μονολογώ. Η θεια τσιτώνει. «Ορίστε! Μας κάνουν μάθημα τα μωρά». Θέλω τόσο πολύ να βγάλω την ταυτότητά μου να της τρίψω στη μούρη τα 31 μου κλεισμένα αλλά δεν το συνεχίζω. Σταματάμε όταν κερδίζουμε, λέει κάποιος σοφός.

Το τρόλεϊ συνεχίζει στην Πατησίων, εγώ έχω εγκαταλείψει την αγκαλιά του ακυρωτικού για τη φθαρμένη άνεση μιας θέσης, κι ένα ζητιανάκι με ακορντεόν (σημειωτέον, δεν ζητιανεύει, απλώς κόβει βόλτες μες στο τρόλεϊ) σπρώχνει έναν γέρο και με φαρδουλό κοστούμι και μια γριά με γαλοπουλίσιο λαιμό τυλιγμένο με πέρλες. «Αναιδέστατος είσαι» του φωνάζει ο γέρος. «Ανάγωγος!» λέει η γριά και μια αναμαλλιασμένη θεια (ξανά θειάφι) συμπληρώνει «Δεν έχεις τρόπους, παιδάκι μου;» Θέλω, αχ, πόσο θέλω να της πω «Κυρία μου, δεν έχει φαγητό, τρόπους θα έχει;» Δεν μιλάω όμως. Σκέφτομαι εκείνο το «όποιος παλεύει με τα τέρατα πρέπει να προσέξει να μη γίνει τέρας».  «Αυτός σε μερικά χρόνια θα κλέβει τα πορτοφόλια μας», συνεχίζει εκείνη. Πολύ πιθανόν. Γιατί οι ευκαιρίες να κάνει κάτι άλλο θα είναι από ελάχιστες ως μηδενικές. Ίσως όμως να υπήρχε μια ελπίδα αν έστω κι ένας άνθρωπος του ‘λεγε μια καλή κουβέντα. Άραγε, αν ρωτούσε κανείς αυτο το παιδάκι «θες να πας σχολείο και να γίνεις πυροσβέστης ή να ζητιανεύεις και να γίνεις κλέφτης;» τι πιθανότητες θα υπήρχαν να διαλέξει το δεύτερο; 

Κατεβαίνω στην Κλαυθμώνος. Οι πόρτες του τρόλεϊ κλείνουν πίσω μου. Τα τέρατα συνέχιζουν την άνοδό τους στη Σταδίου κι εγώ παίρνω το δρόμο μου.

* Το πρώτο σχέδιο είναι του Scott M. Fischer, ο πίνακας στη μέση είναι του John Mix Stanley, και ο πίνακας στο τέλος είναι του Josef Lada.

Advertisements
This entry was posted in vain and tagged . Bookmark the permalink.

3 Responses to (χωρίς τίτλο, χωρίς οίκτο)

  1. Ο/Η Raggedy Man λέει:

    Κάπου την έχω ξαναδιαβάσει αυτή την ιστορία… Μήπως την έχω ζήσει; Χμμμμμ….

  2. Ο/Η Giorgos Laos (@rock_n_ball) λέει:

    Και ‘γω στην Κλαθμώνος αρέσκομαι να κατεβαίνω πάντως…

  3. Ο/Η Β.Τ. λέει:

    Δυστυχώς αυτές οι ιστορίες είναι επαναλαμβανόμενες. Ευτυχώς πολλοί από μας κατεβαίνουν στην Κλαυθμώνος 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s