δύο εβδομάδες στο ΕΚΕΒΙ


Οι Ινδιάνοι του Ταχυδρομείου

07/07/2011 στις 15:19 · Κατηγορία Βάσια Τζανακάρη

Στην Εφορία Κυψέλης, περιμένω καρτερικά σε μια ατελείωτη ουρά και πιάνω σκόρπιες φράσεις από δυο γυναίκες, μια χίπισσα μεγαλοκοπέλα και μια στρουμπουλή αλλοδαπή. «Εδώ, είναι σχετικά ευγενικοί. Είναι μία στο ταχυδρομείο, στην πλατεία Κυψέλης, άλλο πράγμα» λέει η χίπισσα. «Μια μελαχρινή λες;» της απαντάει η άλλη έτοιμη να ενθουσιαστεί. «Ναι, μωρέ, με κάτι, γαλάζια ή μπλε μάτια- ξέρω ‘γω τι έχει» «Μμμ, ξέρω ποια λες» «Άσ’ τα να πάνε, αγενέστατη» αναστενάζει η χίπισσα κι εγώ έχω μια πελώρια λαχτάρα που έλεγε και η διαφήμιση του nesquik να υπερασπιστώ τη γαλανομάτα υπάλληλο του ταχυδρομείου. Όχι γιατί είναι πάντα ευγενική, υπάρχουν φορές που μιλάει απότομα. Αλλά ξέρω γιατί το κάνει.

Το ταχυδρομείο είναι το δικό μου (και το δικό της μάλλον) freak show. Κάθομαι και παρατηρώ τον κόσμο και σκαρφίζομαι ιστορίες και ονόματα για να περάσει η ώρα. Το Πονεμένο Πόδι ωρύεται γιατί θέλει οπωσδήποτε καρέκλα να ξεκουραστεί απ’ τα ογδόντα χρόνια που κουβαλάει στην πλάτη του. Το Αθάνατο Παλικάρι τσακώνεται με τον Ερωτιάρη Ρουμάνο γιατί δεν είδε ότι πέρασε το νούμερό του και του «φαγε» τη σειρά. Η Μεγαλομανής Μικροαστή είναι σίγουρη ότι έχω πάρει το καπέλο μου απ’το εξωτερικό –φαίνεται το καλό πράμα. Ο Διοπτροφόρος Σιριαλκίλερ στέλνει κάθε μέρα ένα γράμμα στην Άιοβα στον ίδιο παραλήπτη. Φτύνει τα γραμματόσημα με όλη του τη δύναμη σαλιώνοντας το γκισέ της μελαχρινής γαλανομάτας. Το κακομούτσουνο κανίς του ξελαρυγγίζονται δεμένο έξω. Το Χρυσόμαλλο Τέρας ουρλιάζει όποτε εξυπηρετούν κάποιον αλλοδαπό. Η Δίωρη Κινέζα. Απασχολεί δύο ώρες τη γαλανομάτα μελαχρινή για ένα δέμα που θυμήθηκε να παραλάβει δύο μήνες μετά. Ένας μήνας δικός της για μια ώρα της μελαχρινής γαλανομάτας. Ο Φυλακόβιος Νιγηριανός δίνει τη συσκευή του κινητού του στη μελαχρινή γαλανομάτα να μιλήσει με τον φίλο του που είναι σε μια φυλακή για να βρει τη διεύθυνση. Θέλει να του στείλει λεφτά αλλά κανείς τους δεν μιλάει ελληνικά. Η γαλανομάτα προσπαθεί να καταλάβει όνομα και στοιχεία, μιλώντας σε ξένο κινητό, τελικά ο άλλος είναι μάλλον στις φυλακές Χαλκίδας, ρωτάει και ξαναρωτάει αλλά τίποτα άλλο δεν βγαίνει και τα παρατάει. Κι ύστερα εγώ. Ποια είμαι εγώ; Η Σιωπηλή Παρατηρήτρια. Ζητάω το δέμα μου, έχω έτοιμη την ταυτότητα, ρωτάω κάτι, η γαλανομάτα μου απαντάει τυπικά, ευγενικά. Ο Α. τη θυμάται 15 χρόνια στο ίδιο ταχυδρομείο, στην ίδια θέση, να βλέπει την Κυψέλη να αλλάζει πιο γρήγορα απ’ το πρόσωπό της στον καθρέφτη. Μπροστά απ’ τα μάτια της θα περνά η ιστορία της πόλης, σε ένα επαναλαμβανόμενο freak-show, μέχρι να πάρει σύνταξη.

Μα τον μεγάλο Μανιτού, είμαι ακόμα στην Εφορία. Απ’ τα βλέμματα των ανθρώπων βγαίνει η αφόρητη κακία της νεκροκεφαλής όπως είναι μισοθαμμένη στην έρημο. Κακά βλέμματα, άδεια κεφάλια. Οι τύπισσες μπροστά μου στην ουρά συνεχίζουν το θάψιμο. Δίνω τη σειρά μου στον πίσω μου για να μην τις ακούω. Θα ήθελα να τους πω ότι η γαλανομάτα μελαχρινή έχει τα δίκια της αλλά δεν έχω όρεξη να μπλέξω στην κουβέντα τους. Δεν πρόκειται να τις πείσω. Φεύγοντας έχω ήδη μετανιώσει που δεν την υπερασπίστηκα. Για να αποκαταστήσω όμως τη χαμένη της τιμή θα της χαρίσω ένα ωραίο ινδιάνικο όνομα. Όχι αυτό που χρησιμοποιούν όλοι, γαλανομάτα μελαχρινή. Θα τη βαφτίσω Γαλανομάτα Υπομονή.

Hotel Pindaros

04/07/2011 στις 11:59 · Κατηγορία Βάσια Τζανακάρη

Στη γωνία Σοφοκλέους και Αθηνάς ένα μαγαζί πουλάει ζώα. Πουλάει χρωματιστά γλιστερά ψάρια, ξεθωριασμένα καναρίνια, πολύχρωμους παπαγάλους –πρώην περήφανους νυν στραπατσαρισμένους- στριμωγμένους σε λευκά κλουβιά, ακούραστους σκιούρους που γραπώνονται στα κάγκελα, κατατονικές γάτες που κοιμούνται ολημερίς και σκυλιά με μάτια πιο θλιμμένα απ’όσο έχουν συνηθως τα σκυλιά.

Πάνω απ’ τα φυλακισμένα ζώα, σ’ ένα στενό, ετοιμόρροπο μπαλκόνι στέκεται μια μελαχρινή -πρώην περήφανη νυν στραπατσαρισμένη- πόρνη των τριάντα ευρώ αλλά όχι των τριάντα ετών, με ξεχειλωμένο νυχτικό και αχτένιστα μαλλιά. Είναι ένα ακόμα εκκωφαντικό πρωινό και η θέα της παραμένει ίδια, όπως κάθε μέρα που σέρνει τα βήματά της στα σκαλιά του Hotel Pindaros και ανεβαίνει στο βρώμικο δωμάτιο. Ένας ακόμα σιχαμένος έχει φύγει. Αλλά ποια είναι αυτή που θα τον πει σιχαμένο; Μήπως δεν είναι η ίδια ακόμα πιο σιχαμένη, συλλογιέται κι αφήνει το βλέμμα της να ταξιδέψει απέναντι, να φύγει να χαθεί, να νιώσει ζωντανή, να νιώσει άνθρωπος.

Σκαλώνει στην αγορά με τις plasma τηλεοράσεις και τα σταμπαρισμένα χοιρινά, τα καταστήματα με τα κουτιά τις καραμέλες, τα τυριά, τα λουκάνικα, τα σακιά με τα μπαχαρικά. Βλέπει τις γυάλες με τα ζαχαρωτά, τους πάγκους με τα αποξηραμένα φρούτα, τα σφαχτάρια που κρέμονται απ’τα τσιγκέλια τους, τις τηλεοράσεις πίσω να λούζουν τα σάπια κρέατα στη σάπια λάμψη τους και τους ανθρώπους να στριμώχνονται και να σπρώχνονται για το καλύτερο μπούτι και το καλύτερο στήθος. Κρεαταγορά. Φέρνει το βλέμμα πιο κοντά και βλέπει τα λεωφορεία να στριμώχνονται στην Αθηνάς πλάι σε αυτοκίνητα και ταξί, μηχανάκια να περνάνε σφήνες σαν μυγαράκια. Οι άνθρωποι στριμώχνονται κι αυτοί μες στα λεωφορεία. Εγκλωβισμένοι. Κοιτάζει τα κάγκελα και νιώθει άνθρωπος και ζώο μαζί. Σφαχτάρι. Το καλύτερο μπούτι και στήθος. Εγκλωβισμένη. Σε μια φυλακή δίχως ίχνος λυρισμού, μια φυλακή που δεν κατεδάφισε κανένας κατακτητής, μια φυλακή που μυρίζει μούχλα. Και τι δε θα ‘δινε να μπορούσε να φύγει από ‘δω, να ταξιδέψει, να πετάξει μακριά από το βρώμικο δωμάτιο, να ανήκει μόνο στον εαυτό της. Ελεύθερη, σαν πουλί.

Γυρίζει στο πλάι και αγγίζει με τα δάχτυλά της ένα κλουβάκι που κρέμεται στον τοίχο. Μέσα του πηγαινοέρχεται από πλαστικό κλαδί σε πλαστικό κλαδί ένα καναρίνι, ξεθωριασμένο σαν κι εκείνα που πουλάει ο μαγαζάτορας από κάτω. Εκείνος τής το έκανε δώρο γιατί ήταν άρρωστο και πέθαινε, είπε, δεν μπορούσε να το πουλήσει, σε κάνα δυο ‘βδομάδες θα τεζάριζε. Κι εκείνη, που είχε κολλήσει τα χείλια της στο κλουβί και του σφύριζε, το πήρε. Θα ‘χουν περάσει έξι μήνες από τότε και το καναρίνι, ο Τζιτζίκος, δεν πέθανε. Ζει ακόμα, έστω κι άρρωστος, έστω και φυλακισμένος. Του αρκεί που βρήκε έναν μόνο άνθρωπο να τον προσέξει μες στη φυλακή του. Ακούγεται ένα ξερό χτύπημα στην πόρτα. Κλείνει τα δυο της μάτια στον Τζιτζίκο και μπαίνει μέσα. Νιώθει ζώο, ζώο σε κλουβί κι αυτή, γλιστερό, ξεθωριασμένο, στραπατσαρισμένο, ακούραστο, κατατονικό, θλιμμένο. Ζώο.

Απόσπασμα από το κεφάλαιο “Μια Κινητή Τραγωδία”

01/07/2011 στις 13:05 · Κατηγορία Βάσια Τζανακάρη

Περνούσε τώρα μπροστά από την ΑΣΟΕΕ. Μόλις είχαν απλωθεί σεντόνια κατάχαμα, φορτωμένα με τσάντες, πορτοφόλια, θήκες για κινητά, κατσαρόλες, λεμονοστύφτες, τάπερ, παιχνίδια με μπαταρίες, κούκλες, καλσόν, βρακιά και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς που και πάλι ήταν πιο λίγα λόγω καλοκαιριού. Όποτε περνούσε από εκεί σκεφτόταν ότι το να περπατάς στους δρόμους του κέντρου απαιτούσε ταλέντο στην ισορροπία. Περπατούσες για να αποφύγεις τους πεζούς που έρχονταν καταπάνω σου, για να μην πέσεις πάνω σε όσους σταματούσαν απότομα, να χωρέσεις να περάσεις από τη στάση του λεωφορείου, να μην πατήσεις την απλωμένη πραμάτεια, να αποφύγεις τα αντρικά βλέμματα όσων πουλούσαν ή χάζευαν εκεί. Άραγε όλοι αυτοί οι μελαψοί άντρες μπορούσαν να φανταστούν όταν ήταν παιδιά ότι θα άφηναν φίλους και οικογένειες στη Νιγηρία και στο Πακιστάν και θα έφταναν ως την Ελλάδα για να πουλάνε κινέζικα ανοιχτήρια; Η Λούλου ένιωθε φόβο και συμπάθεια μαζί.

Άφησε πίσω της τις μικρές αυτοσχέδιες αγορές και είδε το είδωλό της να καθρεφτίζεται στις βιτρίνες. Μαγαζιά με ακριβά ρούχα, μαγαζιά με φτηνά ρούχα, και πολλά μαγαζιά χωρίς καθόλου ρούχα. Όπου να ’ναι άνοιγε η αγορά, τα τρόλεϊ άδειαζαν ανθρώπους κι όλοι παίρναν σειρά στη μέρα. Φάτσες που δεν θύμιζαν καλοκαίρι. «Καθένας τον σταυρό του» της είχε πει κάποτε ο Βίκτωρ Φωτάκης, ο μέντοράς της, όταν του παραπονιόταν για τις δυσκολίες που συναντούσε και που πλέον της φάνταζαν αστείες. Μαζί με κάθε άνθρωπο που προσπερνούσε έβλεπε κι έναν ασήκωτο σταυρό. Άλλοι είχαν επιγραφή «απόγνωση», άλλοι «απόλυση», άλλοι «πείνα», οι νεότεροι σταυρούς που  έγραφαν «no future», όλοι σαν πομπή στην έρημη χώρα. Κι ο σταυρός της Λούλου; Όποτε έλεγε ότι δεν έβλεπε μέλλον, ο Τζόνι έκανε πως έβλεπε για χάρη της. Ίσως να ’ταν ο δικός του τρόπος να περπατά.

Με τα λεωφορεία να σταματάνε στη στάση κάπου παραδίπλα ξερνώντας κύματα ζέστης, η Λούλου πέρασε την Κεφαλληνίας και το κλειστό Ωρεβουάρ, διέσχισε το μικρό στενάκι της Χανίων και στην Αγίου Μελετίου έστριψε δεξιά μέχρι την επόμενη γωνία. Εκεί στην είσοδο της πολυκατοικίας, χτύπησε το κουδούνι «Παπαδέα-Αντωνάκος». Η πόρτα άνοιξε και μπαίνοντας η Λούλου παρατήρησε για άλλη μια φορά το εγκαταλελειμμένο θυρωρείο, υπόλειμμα παλιάς αθηναϊκής ζωής, που δεν είχε να περιμένει κανέναν. Μπήκε στο ασανσέρ. Η άνοδος της φάνηκε ατελείωτη. «Άλλη φάση ο έκτος» μονολόγησε. Σε κρατάει σε απόσταση από τις τραγωδίες των ανθρώπων σκέφτηκε. Θυμήθηκε τότε άλλο ένα τσιτάτο του Φωτάκη. «Η Αθήνα είναι μια κινητή τραγωδία» της είχε πει κάποτε εντυπωσιάζοντας τη νεανική καρδιά της.

Το ασανσέρ παλαντζάρισε, σταμάτησε απότομα, με ένα «σντουπ», και η Λούλου που ήξερε άπταιστα ασανσερικά κατάλαβε ότι εννοούσε «αντέχω άλλη μια βόλτα». «Μα κανείς δεν άλλαζε τα ασανσέρ σ’ αυτή την πόλη; Ή όπου μπαίνω εγώ είναι έτσι;» Χρειάστηκε δύναμη για να σπρώξει τη βαριά πόρτα και αντίκρισε τη Μέλπω να στέκεται στο κατώφλι της πόρτας της, με το σκούρο της δέρμα να συναγωνίζεται σε λάμψη τα αμυγδαλωτά της μάτια,  τα χέρια της ανοιχτά, έτοιμη να την αγκαλιάσει, να τη βάλει στο σπίτι της, να την καθίσει στην κουζίνα από την πλευρά που έβλεπες τη θάλασσα και να της εξηγήσει για άλλη μια φορά, με την απαράμιλλη αισιοδοξία της, γιατί οι άνθρωποι που είναι κομμάτι αυτής της κινητής τραγωδίας είναι πιο δυνατοί από τους υπόλοιπους.

Το Δάσος του Ποτέ-Ποτέ

30/06/2011 στις 12:41 · Κατηγορία Βάσια Τζανακάρη

Παράξενη μέρα η χθεσινή, με ένα τεράστιο X πάνω της στο ημερολόγιο. Ένας βουλευτής διαγράφεται γιατί ασκεί το δικαίωμά του να αποφασίζει. Ένας εργαζόμενος απολύεται από την τράπεζά του γιατί ασκεί το δικαίωμά του να απεργήσει. Ένας τουρίστας παύει από φιλοξενούμενος μπροστά στον αστυνομικό που χτυπά τον σερβιτόρο ταβέρνας στην Πλάκα. Ένας λαός τιμωρείται. Ένας πρωθυπουργός καυχιέται ότι έσωσε ξανά τη χώρα.

Όταν λέει χώρα, μάλλον έχει στο μυαλό του κάτι σαν τη χώρα του Ποτέ-Ποτέ, μια γη φανταστική όπου ο χρόνος δεν μετράει. Σϊγουρα, πάντως, αποκλείεται να εννοεί ανθρώπους που μεγαλώνουν και γη που επιπλέει στην πραγματικότα. Τους ανθρώπους δεν τους έσωσε, κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τα λεφτά. Έχει να κάνει με το ότι τούς έχει πλέον εξαγριώσει, τούς έχει στερήσει την αξιοπρέπεια, τούς έχει βυθίσει στο φόβο. Όσο για τη γη, ούτε αυτήν την έσωσε, κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με εκείνο που ‘λέγαν οι παλιοί, ότι η γη δεν πουλιέται. Έχει να κάνει με το ότι όση μείνει δεν θα ΄χουν οι άνθρωποι τι να την κάνουν. Αν υπάρχουν άνθρωποι. Και αν χαθούν οι άνθρωποι και χαθεί και η γη, τότε δεν υπάρχει χώρα. Υπάρχει μονάχα μια χώρα του Ποτέ-Ποτέ, να επιπλέει μόνο στο χάρτη και τη μνήμη.

Όσοι φύγουν, θα θυμούνται. Κι όσοι μείνουν, θα θυμούνται. Σαν Χαμένα Παιδιά. Πώς ζούσαν κάποτε. Και δεν αναφέρομαι στα καταραμένα τα λεφτά. Αναφέρομαι στην αίσθηση ελευθερίας και στην πλανημένη αίσθηση δικαιοσύνης που όμως κάποτε τη νόμιζες αληθινή. Μια ζωή χωρίς φόβο -φόβο για το μέλλον, φόβο της εξουσίας, της φτώχειας, της απόλυτης ηθικής παρακμής. Υπάρχουν, όμως, και οι Ερυθρόδερμοι. Τους είδα χθες να κάνουν βόλτες στα προάστια τους με μια θολή εικόνα για το τι συμβαίνει στο κέντρο. Τους άκουσα σε χορούς συλλόγων στην επαρχία, να μακαρίζουν εαυτούς που είναι μακριά απ’ την πρωτεύουσα, αφήνοντας στον βουλευτή της καρδιάς τους να καθαρίσει τα σπασμένα. Αν κάτι αλλάξει ποτέ προς το καλύτερο, δεν δικαιούνται να το γευτούν όσοι έμειναν άκαπνοι. Αλλά θα το πάρουν. Όπως πάντα. Γιατί η αίσθηση δικαιοσύνης ήταν, όπως είπαμε, πλανημένη. Υπήρχε μονάχα στον χάρτη -της χώρας, των δικαιωμάτων, του κρυμμένου θησαυρού.

Χθες, λίγο πριν νυχτώσει, ανεβήκαμε στον Υμηττό. Θέλαμε να δούμε πως είναι η κόλαση από ψηλά. Η Αθήνα απλωνόταν μπροστά μας ήρεμη σαν λίμνη. Μόνο μια γραμμή καπνού κι ένα μικρό συννεφάκι πάνω της πρόδιδαν ότι κάτι είχε γίνει εκεί κάτω. Στο ξύλινο παρατηρητήριο από πάνω μας ακούγεται ένα βήξιμο κι εμφανίζεται ένας πενηντάρης. Εθελοντής δασοφύλακας, είπε ότι είναι. Παναγιώτης. Τρία παιδιά έχω, τα δύο άνεργα, είπε. Για το τρίτο κάτι μουρμούρισε. Ερχόμαστε απ’το ’80 και φυλάμε το δάσος, είπε. Ο άνθρωπος του Υμηττού θυμάται τα παιδικά του χρόνια στην Τριανταφυλλιά των Σερρών. Βγαίνουμε και συντοπίτες. Του αρέσει το διάβασμα. Απ’ τον τρόπο που ρωτάει φαίνεται πως ξέρει από τα βιβλία και τον κόσμο τους. Μάς χαρίζει λίγη από την σοφία του, πασταλιασμένη από καπνό. Μην τραβάτε το σκοινί. Αφήστε το να σαπίσει καλύτερα παρά να κοπεί. Φεύγουμε. Και νιώθω, κατεβαίνοντας το βουνό σαν να συνάντησα το φάντασμα που φυλάει όχι μόνο το δάσος αλλά την πόλη ολόκληρη.

Ένας γέρος τρέχει να γλιτώσει από τρεις Ματατζήδες. Μία έγκυος γυρίζει σπίτι της εισπνέοντας το χημείο του κράτους. Ένας νεαρός λέει «μη με βαρέσεις» και βρίσκεται με το κεφάλι του ανοιγμένο στην άκρη του δρόμου. Ένας εθελοντής δασοφύλακας-φάντασμα φυλάει την πόλη. Ένας λαός γονατίζει ταπεινωμένος. Ένα δάκρυ κυλάει απ’ το μάτι του φαντάσματος. Γίνεται βροχή και οι φωτιές σβήνουν. Το μίσος όμως καίει ακόμα.

Ο Θείος Τάκης με διάλεξε ένα καλοκαιριάτικο πρωινό

29/06/2011 στις 09:15 · Κατηγορία Βάσια Τζανακάρη

Ο Θείος Τάκης ζούσε στο πατρικό μου πολλά χρόνια αλλά δεν τον είχα προσέξει. Ζούσε συγκεκριμένα από τις 23 Ιουνίου του 2005, όπως φανερώνουν τα γράμματα με ξεθωριασμένο μολύβι στην πρώτη σελίδα. Όταν μετά από τέσσερα-πέντε χρόνια αντιλήφθηκα την παρουσία του, πλάι στα υπόλοιπα παιδιά του Γιάννη Ξανθούλη, που κάθονταν παραταγμένα, καλοχτενισμένα και ήσυχα στην εφηβική μου βιβλιοθήκη, αποφάσισα να τον πάρω μαζί μου. Τον έκλεισα, λοιπόν, σε μια βαλίτσα παραγεμισμένη με φουστάνια και τον έφερα στην Αθήνα, στα λημέρια του. Περίπου δηλαδή, γιατί εγώ βρέθηκα στο Θησείο και όχι στην παλιά του γειτονιά, στην Ασκληπιού. Αλλά εκείνος δεν είχε πρόβλημα γιατί από το Θησείο μπορούσε το 1951 να πάρει τη γραμμή 16 και να ανέβει προς το Τέρμα Ιπποκράτους, να γυρίσει στο σπίτι της Ασκληπιού ή να κατηφορίσει μια βόλτα προς τη Μαυρομματαίων και να περιμένει στα σκοτάδια μήπως δει την Καίτη.

Προς το παρόν, δεν θα πήγαινε πουθενά. Ήθελε να ανακαλύψει τα σφυρίγματα του νέου μας σπιτιού στην Ηρακλειδών. Έμεινε κάπως πατικωμένος και στριμωγμένος ανάμεσα στους σύγχρονους έλληνες συγγραφείς, στο τρίτο ράφι από πάνω αλλά δεν τον πείραζε. Μοιραζόταν τα μυστικά του με του υπόλοιπους ήρωες του βιβλίου, την Αρετή-Τέτη, τη Μάρθα, τον μικρό Τάκη. Με τον καιρό, το στρίμωγμα έγινε ασφυκτικό μέσα σε 420 σελίδες και ανάμεσα σε πόσες άλλες, σε μαλακά εξώφυλλα και βιβλιοστάτες, που άφηναν να αναδυθεί ελάχιστο απ’το φως που έβγαζε αυτός ο λαμπερός ήρωας. Γιατί, δεν ξέρω αν σας το ‘πα, ο θείος Τάκης είναι ένας ήρωας χολιγουντιανός. Ένας Τζέιμς Ντιν της Αθήνας, σφύζων από ζωή, σφυριχτής τζαζ μελωδιών, σφαδάζων από πόθο.

Η γνωριμία μας έγινε πριν λίγες μέρες, σ’ένα νέο σπίτι, κοντά σ’αυτό της αγαπημένης του. Τόσον καιρό όλο έκανα να τον τραβήξω απ’το χέρι κι όλο διάλεγα κάποιον άλλον. Ώσπου ένα χλιαρό πρωινό του Ιουνίου, ο αυθάδης φαντάρος με διάλεξε αυτός. «Τώρα», μου είπε και από τότε δεν μπορώ να τον βγάλω από το μυαλό μου. Κι έτσι τον ξεστρίμωξα, άνοιξα τις σελίδες που τον έπνιγαν και τυλφώθηκα από τη λάμψη του. Πλέον η υποψία μου είχε επιβεβαιωθεί: Τα βιβλία διαλέγουν μόνα τους τη στιγμή που θα διαβαστούν. Είναι η στιγμή που θα σε αφήσουν να αναζητήσεις τις απαντήσεις που έψαχνες.

Σήμερα ο θείος Τάκης μου ‘δωσε την απάντηση που έψαχνα πριν μια εβδομάδα, περιμένοντας σε μια ατελείωτη ουρά γερόντων στο ταχυδρομείο. Η ερώτηση ήταν πόσοι άραγε απ’όσους είναι σήμερα στα πρόθυρα του θανάτου, κάποτε ταλανίζονταν από πάθη, απογοητεύονταν και ταπεινώνονταν, μάλωναν και φίλιωναν; Ο θείος Τάκης με πήγε μια βόλτα στις γειτονιές της Αθήνας για να δω πόσο αλλιώτικα είναι όλα όταν πεθαίνουν, πάνω που ήμουν σίγουρη ότι δεν είχα πια τίποτα να δω σ’αυτή την πόλη. Ο θείος Τάκης μού σφύριξε τις αιώνιες αλήθειες της ζωής και μου ψιθύρισε ότι η πόρτα που οδηγεί στον άλλο κόσμο είναι πάντα μισάνοιχτη, ώστε να μπαινοβγαίνουν άνθρωποι και ποντίκια, Κατίγκες και Καίτες, ξεραμένα φύλλα συκιάς και στάχτες από τσιγάρα, πόλεις που τη μια άνοιξη πεθαίνουν και την επόμενη ανασταίνονται, μυστικά και ψέματα, πολλά μυστικά και πολλά ψέματα. Ο θείος Τάκης, στέκεται πλάι σ’αυτήν την πόρτα. Την κρατάει ανοιχτή με το ένα χέρι. Με το άλλο κρατάει το δίκοχο και γνέφει. Την επόμενη στιγμή, ανεβαίνει στο πλοίο του, το «Skylark», και φεύγει. Από δω και μπρος, όμως, και για μια ζωή θα είναι πάντα δίπλα μου.

Stream of Consciousness

27/06/2011 στις 15:43 · Κατηγορία Βάσια Τζανακάρη

Stream of consciousness, λέει. Στο αμφιθέατρο. Το πρόσωπό της Αγγλίδας παχουλό, πανιασμένο, παστωμένο. Το βλέμμα της ψόφιο μπλε, σαν τον ψόφιο, χαμηλό ουρανό τους. Ο εδώ πάντως ολογάλανος και ψηλοτάβανος. Θέλω να πάρω αέρα. Αέρα που μυρίζει βρώμικη θάλασσα. Το παράθυρο είναι πίνακας με σκυλιά που λιάζονται. Μπορεις να μετρήσεις τα πλευρά τους. Δεν είμαι καλή στο μέτρημα. 18. Η ηλικία μου. 24. Ο αριθμός του νέου μου σπιτιού.

Stream of consciousness, λέει. Virginia Woolf λέει. Στο δρόμο. Να γράφεις όπως σου ‘ρχεται. Μ’αρέσει. Δεν μπορώ να προγραμματίζω. Για μένα σκελετός ήταν είναι και θα είναι εκείνος ο τρομακτικός τύπος με το καουμπόικο καπέλο που καπνίζει lucky strike και κάθεται τις νύχτες δίπλα στο κρεβάτι μου. Άραγε επισκέπτεται και τη Virginia;

Stream of consciousness, λέει. Στο μπαλκόνι. Το ένα μου μάτι βλέπει τεράστιο το καπάκι του μπικ. Αλλάζω μάτι κι αυτό αλλάζει θέση. Κρύβει την μπαλκονόπορτα της οικογένειας χωρίς κουρτίνα . Ο γιος σουλατσάρει με μια μαύρη σκιά κάτω απ’τη μύτη του. Ακόμα δεν έχει ξυριστεί. Δαγκώνω το καπάκι και το φτύνω στο δρόμο. Ταξιδεύει έξι ορόφους, πέφτει στην άκρη του πεζοδρομίου, γίνεται σκουπίδι, βρίσκει κι άλλα. Θα το καλωσορίσουν ή θα ‘ναι πάντα ξένο;

Stream of consciousness, λέει. Στον ουρανό. Τ’ αεροπλάνα αφήνουν γραμμές από λευκό αφρό, σαν τον αφρό της μπύρας που πίνανε τα μεσημέρια οι μπαμπάδες. Μπαίνω σ’ένα και προσγειώνομαι στο Bloomsbury. Κάθομαι στ’αυγά μου, μες στους αφρούς, χαζεύοντας μια αγέλη σκυλιά που τρέχουν μες στο δρόμο. Οι κόρνες πίσω τους κακόηχη συμφωνία. Το μεγαλύτερο απ’τα σκυλιά ουρλιάζει και η συμφωνία τελειώνει απότομα –είναι το σκυλί μαέστρος κατά πώς φαίνεται. Μπορείς να μετρήσεις τα πλευρά του απ’τον έκτο.

Stream of consciousness, λέει. Στ’ανοιχτά του stream. Παρατάω το ακέφαλο μπικ στο πεζούλι του μπαλκονιού. Η πολυκατοικία είναι πενηντάρα και το πεζούλι της ψηλοχτισμένο, φτάνει ως τα γόνατά μου και τα βρωμίζει. Πώς καθαρίζει ένα πεζούλι; Η οικογένεια χωρίς κουρτίνα φέρνει γυναίκα κάθε Τετάρτη. Ρωσίδα λέω -αστραφτερά μπλε μάτια και φούξια στόμα. Καπνίζει και πετάει τις λευκές γόπες με σημάδια από κραγιόν απ’το μπαλκόνι. Λευκά κλαράκια με φούξια μπουμπούκια στις άκρες φυτεύονται στην κούφια στέγη του περίπτερου. Τρίβει το πεζούλι κι ο καπνός μπαίνει στο μάτι της. Ποιος καθαρίζει το πεζούλι στο σπίτι της;

Stream of consciousness, λέει. Στη νύχτα. Η πανιασμένη Aγγλίδα φοράει σκούφο και κοιμάται. Ο ουρανός χαμηλώνει. Τα βρωμερά σωθικά της θάλασσας αναδεύονται. Τα σκυλιά πεινάνε. Ο σκελετός παίρνει θέση δίπλα στο κρεβάτι μου. Η ζωή της οικογένειας χωρίς κουρτίνα στη φόρα. Το καπάκι του μπικ πηγαίνει στο πάρτυ του πλαστικου μπουκαλιού. Είναι ο καινούριος του φίλος. Τα αεροπλάνα πίνονται χωρίς αφρό, τα φώτα τους είναι τα διαμάντια απ’τις τιάρες και τα περιδέραια όσων βολτάρουν στον παράδεισο. Εγώ χωρίς περιδέραιο. Ο σκύλος-μαέστρος πουθενά και οι μουσικοί σκόρπιοι. Τα βρώμικα γόνατα βάφονται πορτοκαλί. Τα φούξια μπουμπούκια της Ρωσίδας μαραίνονται στο περίπτερο. Η Virginia είναι φάντασμα που σεργιανάει στο Bloomsbury. Σκέφτεται και γράφει. Ό,τι της έρχεται στο μυαλό. Stream of consciousness, λέει.

Advertisements

2 Responses to δύο εβδομάδες στο ΕΚΕΒΙ

  1. Ο/Η estelle λέει:

    Πωπω, τόσο ωραία και συνειρμικά και χαοτικά, όπως μ’αρέσει… I have to read more of you 😉

  2. Ο/Η Β.Τ. λέει:

    🙂 🙂 🙂 μερσί!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s